Ο Γέροντας Ευμένιος Λαμπάκης των Ρουστίκων της Κρήτης (+2005) και ο ποταμός που άνοιξε όπως η Ερυθρά Θάλασσα

http://faithbookorthodoxy.wordpress.com

FAITHBOOK – ORTHODOXY

Ο Γέροντας Ευμένιος Λαμπάκης

των Ρουστίκων της Κρήτης (+2005) και ο ποταμός

που άνοιξε όπως η Ερυθρά Θάλασσα

Μία χρονιά, παραμονές Χριστουγέννων, ἦταν ἡ σειρά τοῦ π. Εὐμενίου Λαμπάκη τῶν Ρουστίκων (+2005) νά πάη στό Μετόχι καί μέ ἱερή ἀνάμνησι διηγήθηκε κάποτε στόν π. Σπυρίδωνα:

Ἐκεῖνη τήν χρονιά, παιδί μου, εἴχαμε πολύ βαρυχειμωνιά καί πολλά χιόνια στό Μοναστήρι. Τό κρύο ἦταν τότε τσουχτερό, ὄχι ὅπως εἶναι τώρα. Ἦταν ἄγριοι οἱ χειμῶνες ἐκεῖνα τά χρόνια. Ἑτοιμάσθηκα, λοιπόν, τήν προπαραμονή νά πάω νά λειτουργήσω στό Μετόχι, στήν Παναγία. Θά κάναμε νωρίς τόν Ἐσπερινό μέ τούς πατέρες καί μετά θά ἔπαιρνα τήν φοράδα τῆς Μονῆς καί θά ἔφθανα τήν ἄλλη μέρα στό χωριό. Ἦταν μακρύς ὁ δρόμος, ἄγριος καί δύσβατος. Περνοῦσες μέσα ἀπό φαράγγια καί κακοτοπίες. Ἀπό νωρίς εἶχε ἕνα ἄγριο ξεροβόρι. Ἄρχισε νά φυσάη πολύ, νά ψιλοχιονίζη καί νά κάνη πάρα πολύ κρύο. Πῆγα, λοιπόν, ἀπό νωρίς καί ἀχυροτάϊσα τήν φοράδα. Μέ θωρεῖ ὁ Ἡγούμενος, ὁ π. Βασίλειος, ἕνας Ἅγιος Γέροντας, καί μοῦ λέει:

—Εὐμένιε, ποῦ θά πᾶς;

—Θά πάω, Γέροντα, μέ τήν εὐχή σας νά λειτουργήσω αὔριο στήν Παναγία.

—Τί λές, Εὐμένιε, δέν φοβᾶσαι τό Θεό; Δέν βλέπεις τί γίνεται ἐδῶ πέρα, χαλάει ὁ κόσμος ἀπ᾽ τό κρύο, τόν ἀέρα, τή βροχή, τό χιόνι, πῶς θά πᾶς;

Ἐκεῖνα τά χρόνια, παιδί μου, δέν εἴχαμε οὔτε ὀμπρέλες οὔτε ἀδιάβροχα καί ἦταν δύσκολες οἱ μετακινήσεις, ἀλλά τοῦ λέω:

—Γέροντα, μέ τήν εὐχή σας θά πάω.

—Πῶς θά πᾶς; Σέ μία ὥρα θά σκοτεινιάση καί δέν θά βλέπης!

—Γέροντα, μέ τήν εὐχή σας, τοῦ λέω, θά πάρω τόν λύχνο τῆς Μονῆς καί θά πάω.

Καί τόν βλέπει, λέει, ὁ Ἡγούμενος νά παίρνη τόν λύχνο, ὁ ὁποῖος εἶχε τέσσερα φυτίλια, γιά νά φωτίζη περισσότερο, καί ἀφοῦ πρῶτα ἔβαλε λίγο λάδι ἀπ᾽ τό καντήλι τοῦ Προφήτη Ἠλία τό ἀπογέμισε μέ λάδι ἀπ᾽ τό μπουκάλι. Ἔβαλε τρεῖς ἐδαφιαῖες μετάνοιες στήν εἰκόνα τοῦ Προφήτη Ἠλία καί ἄναψε τό λύχνο ἀπ᾽ τό καντήλι του.

—Βγῆκα, λοιπόν, παιδί μου ἔξω καί φύσαγε τόσο ὁ ἀέρας, πού ἦταν ἕτοιμος νά πάρη τήν φοράδα καί ἐμένα. Ὁ λύχνος, ὅμως, παιδί μου, δέν ἔσβηνε. Εἶναι, παιδί μου, δυνατόν; Κι ὅμως εἶναι δυνατόν, ὁ λύχνος δέν ἔσβηνε καί μοῦ ἔφεγγε ὅλη τή νύκτα. Ὅταν ἔφτασα σ᾽ ἕνα σημεῖο πού λέγεται κακός πόρος, ἔπρεπε νά περάσω ἕνα ρυάκι πού τό καλοκαίρι γίνεται ξεροπόταμο, ἀλλά τόν χειμῶνα κατέβαζε πολύ νερό, ὅταν ἔβρεχε, καί δέν ὑπάρχει ἄλλος δρόμος γιά νά περάσης. Φθάνοντας, λοιπόν, ἐκεῖ κοντά στό ρυάκι θωρῶ τήν φοράδα καί βάζει ἀντισκάρι τά δύο της μπροστινά πόδια καί δέν ἤθελε νά πάη οὔτε μπρός οὔτε πίσω. Κάτι εἶχε τρομάξει τήν φοράδα καί δέν κουνιόταν. Κάνω, ἔτσι, τόν λύχνο πιό ψηλά καί τί νά δῶ. Τό ποτάμι νά ἔχη φουσκώσει, νά κατεβάζη ξύλα, κλάδια, πέτρες. Ἐνῶ ἐγώ ἤξερα ὅτι ἦταν ρυάκι, τώρα τό νερό περνοῦσε πάνω ἀπό μία ξύλινη γέφυρα, ἀπ᾽ τήν ὁποία περνοῦσαν μόνο πεζοί. Ἐμεῖς ἔπρεπε νά περάσουμε μέσα ἀπ᾽ τό ποτάμι, διότι ἡ γέφυρα δέν ἄντεχε τό ἄλογο, ἀλλά τό ζῶο φοβήθηκε μέ αὐτό τό ὁποῖο εἶδε. Κατάλαβε ὅτι κινδύνευε. Ξεπέζευσα, λοιπόν, καί σιργούλευα τό ζῶο καί τοῦ ᾽λεγα:

—Μήν φοβᾶσαι, μήν φοβᾶσαι δέν θά μᾶς ἀφήση ἡ Παναγία. Θά περάσουμε.

Καί βλέπω τό ζῶο νά σηκώνη τά αὐτιά του ψηλά καί πέφτω, παιδί μου, καταγῆς, ἐνῶ ἔβρεχε καί χιόνιζε καί λέω:

—Παναγία μου, βοήθησέ με, στά χέρια σου εἴμαι, νά μήν μείνης ἀλειτούργητη. Βοήθησέ με νά περάσω μέ τό ζῶο ἀπέναντι.

Καί σταυρώνω, παιδί μου, τό ποτάμι καί τί ἔγινε; Σταμάτησε τό νερό νά τρέχη καί ἄνοιξε ὁ ποταμός σάν τήν Ἐρυθρά Θάλασσα. Περάσαμε ἀπέναντι καί αἰσθανόμουν τῆς φοράδας τά πέταλα νά κτυπάνε πάνω σέ ξερές πέτρες. Κι ὅταν φθάσαμε στήν ἄλλη ἄκρη τοῦ ποταμιοῦ ἀκούω ἕνα μεγάλο θόρυβο καί ἕνα μεγάλο κύμμα καί ξαναγύρισε τό ποτάμι καί ἀκολούθησε τήν πορεία του.

Τό θαυμαστό αὐτό γεγονός τό εἶχε ἐκμηστηρευθῆ ὁ π. Εὐμένιος μόνο στόν π. Σπυρίδωνα, μέ ἐντολή νά μήν τό πῆ σέ κανένα ὅσο ἐκεῖνος ζοῦσε. Ὀ π. Σπυρίδων, ὅμως, τό εἶπε κάπου καί διαδόθηκε παντοῦ. Γιά τήν ἀνυπακοή του αὐτή τόν ἐπετίμησε μέ κανόνα ὁ Γέροντας.

Πηγή:

http://orthodoxa-biblia.blogspot.com

ΟΡΘΟΔΟΞΑ ΒΙΒΛΙΑ

Advertisements

Ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης (+1994), η διψασμένη οχιά και τα άλλα ζώα

CpnnbF9UEAEkO7k.jpg

Scan.jpg

Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης (+1994)

01.jpg

Ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης (+1994),

η διψασμένη οχιά και τα άλλα ζώα

http://saintsofmyheart.wordpress.com

SAINTS OF MY HEART

Ο Άγιος Παίσιος ο Αγιορείτης (+1994) εξημέρευε εξίσου τους ανθρώπους και τα ζώα. Πολλοί ταραγμένοι άνθρωποι έβρισκαν κοντά του γαλήνη. Αλλά και τα ζώα επίσης τον αγάπουσαν καθώς ακτινοβολούσε την αγνή άδολη αγάπη προς όλη τη κτίση.

Διηγείται ο ίδιος ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης:

Μια φορά, τότε που ήμουν με την κήλη, κάποιοι εργάτες κουβαλούσαν ξύλα με τα ζώα εκεί στην περιοχή του Καλυβιού.

Βλέπω σε μία στιγμή ένα ζώο να πέφτη, το καημένο, κάτω και το σαμάρι με τα ξύλα να πέφτει πάνω του.

Δίπλωσαν τα πόδια του και δεν μπορούσε να τα ισιώση.

Εγώ ξέχασα ότι είχα κήλη, ξέχασα ότι δυσκολευόμουν ακόμη και να περπατήσω.

Τρέχω πετάω τα ξύλα. Πάω να σηκώσω το σαμάρι, δεν μπορούσα. Δίνω μία τραβάω τα σχοινιά και ελευθερώσα το ζώο.

Οπότε ένα Πατέρας που ήταν εκεί κοντά φώναξε: “Πρόσεξε, έχεις κήλη, θα πάθεις καμμία ζημιά!”.

Τότε θυμήθηκα ότι είχα κήλη.

“Καλά”, του λέω, “εγώ έχω κήλη. Εσύ που δεν έχεις κήλη γιατί δεν έτρεξες;”.

“Φοβήθηκα μη με κλωτσήσει”, μου λέει.

Ευλογημένε, του λέω το ζώο και λύκος να είναι, όταν το καημένο βρίσκεται σε ανάγκη, ζητάει βοήθεια και δεν κάνει κακό στον άνθρωπο.

Αλλά ακόμη και αν διψούν τα ζώα, στον άνθρωπο καταφεύγουν, γιατί ο άνθρωπος είναι το αφεντικό τους.

Θυμάμαι μία φορά, στο Καλύβι του Τιμίου Σταυρού, ένα καλοκαίρι, μία οχιά κατέβηκε από την λαμαρίνα της σκεπής και κουλουριάστηκε μπροστά μου. Σήκωνε το κεφάλι της ψηλά,
έβγαζε τη γλώσσα της και σφύριζε. Διψούσε πολύ —Είχε καεί από τον πολύ καύσωνα— και με απειλούσε. Ζητούσε νερό, αλλά με επιτακτικό τρόπο, λες και ήμουν υποχρεωμένος να της φέρω νερό.

“Βρε”, της λέω, “εσύ, έτσι που κάνεις, δεν συγκινείς τον άλλον”.

Της έβαλα μετά νεράκι και ήπιε.

Τα τσακάλια πολύ με συγκινούν, γιατί, όταν πεινούν κλαίνε σαν μωρά παιδιά.

Να δείτε τί έχω πάθει με τα γατάκια τώρα στο Καλύβι.

Πρόσεξαν πως κάθε φορά που χτυπούσε το καμπανάκι, έβγαινα έξω, και πότε-πότε τους έριχνα κάτι για να φάνε.

Όταν λοιπόν πεινούν, τραβούν το σκοινί και χτυπάει το καμπανάκι. Βγαίνω και βλέπω να χτυπούν αυτά το καμπανάκι και τα ταίζω. Πως τα έχει κάνει όλα ο Θεός!

Πηγή:

Γέροντος Παισίου Αγιορείτου

Πάθη και Αρετές

Λόγοι Ε´

εκδ. Ι. Ησυχαστήριον Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος,

Σουρωτή Θεσσαλονίκης