Hammi: The Norwegian Forest Cat – Our pets are gifts from God – Abbot Tryphon, WA, USA




Hammi: The Norwegian Forest Cat

Our pets are gifts from God






Every evening I try to spend an hour or so in the library, sitting in front of the fire place. Our beloved Norwegian Forest Cat, Hammi, sleeps in the library/community room every night. Hammi is most happy when the entire monastic brotherhood is gathered together with him. He’s an important member of our community, loved by all of us, and is the only cat I know who has his own facebook fan page, started by a woman who’d met him on a pilgrimage to the monastery (if my memory be correct).

I first met Hammi, a large male cat, as I was walking between our old trailer house (now gone) and my cell, some seventeen years ago. We startled one another, but as I reached down with extended hand, he came to me. When I picked him up he began purring immediately, so I opened a can of salmon, and he never left. A month after his arrival we Continue reading “Hammi: The Norwegian Forest Cat – Our pets are gifts from God – Abbot Tryphon, WA, USA”


Ο Άγιος Φίνταν (St Fintan Munnu) ο ηγούμενος της Μονής του Taghmon της Ιρλανδίας & οι ήμεροι λύκοι (+635) – 21 Οκτωβρίου





Άγιος Φίνταν (St Fintan Munnu)

ηγούμενος της Μονής του Taghmon της Ιρλανδίας (+635)

21 Οκτωβρίου

Γιος Ιρλανδού βάρδου, ο Όσιος Φίνταν (St Fintan) εγκατέλειψε τη φύλαξη των κοπαδιών του πατέρα του για να πάει να διδαχθεί γράμματα και την Αγία Γραφή κοντά σε έναν ερημίτη και ιερέα· κατά τη διάρκεια της απουσίας του δύο λύκοι φύλαγαν ήμεροι τα κοπάδια.

Πήγε κατόπιν στη Μονή του Bangor για να γίνει υποτακτικός του Αγίου Κόμγκαλλ (St Comgall) [τιμάται 10 Μαΐου], ο οποίος του ενέπνευσε με ακρίβεια τις αρχές του ασκητικού βίου. Στη συνέχεια πήγε να προσκυνήσει στη νήσο Αϊόνα, όπου ο Άγιος Κολούμπα (St Columba) [τιμάται 9 Ιουνίου], που μόλις τότε εκοιμήθη, είχε προφητεύσει ότι ο νεαρός που θα παρουσιαζόταν δεν είχε κληθεί για να εγκαταβιώσει στη Μονή αλλά για να γίνει ποιμένας ψυχών.

Ο Άγιος Φίνταν (St Fintan) εγκαταβίωσε για κάποιο διάστημα σε ένα νησάκι, τον ενοχλούσε όμως ο θόρυβος των πολεμιστών και γι’ αυτό συνέχισε την περιοδεία του εμπιστευόμενος τη Θεία Πρόνοια. Θεράπευσε το άρρωστο κοπάδι ενός πλουσίου κτηνοτρόφου, ο οποίος από ευγνωμοσύνη του προσέφερε ένα κομμάτι γης όπου έκτισε τη Μονή του Taghmon. Εκεί έλαμψε ο Άγιος Φίνταν (St Fintan) με τα θαύματά του: ανέστησε μία από τις αδερφές του που πέθανε την ώρα που ερχόταν να τον επισκεφθεί, ανέστησε έναν άλλο νεκρό που του τον παρουσίασαν ως κοιμώμενο για να ξεγελάσουν την ταπεινοφροσύνη του. Όταν εκοιμήθη ο Άγιος Κόμγκαλλ (St Comgall), οι μοναχοί της Μονής του Bangor του πρότειναν να τον διαδεχθεί. Ο Άγιος Φίνταν (St Fintan) αρνήθηκε και τρεις Άγγελοι τον οδήγησαν ξανά στη Μονή του.

Σύντομα στη Μονή του Taghmon εγκαταβίωναν περισσότεροι από πενήντα μοναχοί, οι οποίοι τρέφονταν μόνο με ψωμί και νερό ανακατεμένο με λίγο γάλα. Ζούσαν αρμονικά και η μόνη τους φροντίδα ήταν να διάγουν θεάρεστο βίο, αφού ο Όσιος Φίνταν (St Fintan) μεριμνούσε για τα πάντα. Με τα θαύματά του προστάτευσε επίσης τον πρίγκηπα Dímma και τον λύτρωσε από τους εχθρούς του.

Μετά από προειδοποίηση που είχε από Άγγελο Κυρίου, ο Όσιος Φίνταν (St Fintan) βασανίσθηκε επί εικοσιτέσσερα χρόνια από λέπρα. Υπέμενε αγόγγυστα τη δοκιμασία, δεν έξυνε ποτέ τα έλκη του και δεν λουζόταν παρά μόνο τη Μεγάλη Πέμπτη. Η αρρώστια ωστόσο δεν τον εμπόδισε να συνεχίσει τις ποιμαντικές του δραστηριότητες. Έλαβε μέρος σε μία σύνοδο, κατά τη διάρκεια της υπεραμύνθηκε των αρχαίων κέλτικων παραδόσεων εναντίον όσων επεδίωκαν να εισαγάγουν τα ρωμαϊκά ήθη.

Είχε το χάρισμα να προλέγει με βεβαιότητα την ημέρα εκδημίας των υποτακτικών του και να γνωρίζει τους κρύφιους λογισμούς τους και μπορούσε έτσι να επιβάλλει στους αμαρτωλούς την απαραίτητη θεραπεία πριν εκείνοι εξομολογηθούν τα σφάλματά τους. Ό,τι έλεγε, το έλεγε εν ονόματι του Θεού και όλες οι πράξεις του είχαν κάτι θαυματουργικό.

Όταν έφθασε να αναπαυθεί, ο Άγιος Φίνταν (St Fintan) μάζεψε γύρω του τους μαθητές του και τους ευλόγησε. Μία ολόκληρη στρατιά από δαίμονες προσπάθησε τότε να του επιτεθεί, ο Όσιος όμως έστρεψε το βλέμμα προς τον ουρανό και οι δαίμονες έντρομοι υποχώρησαν, ενώ πλήθος Αγγέλων ήλθε για να τον υποδεχθεί στις αυλές του Κυρίου το έτος 635.

Από το βιβλίο: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, υπό Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, Οκτώβριος, 21, Εκδόσεις Ορμύλια



Άγιοι… Οι Καλύτεροί μας Φίλοι

Saint Kieran of Saighir, Ireland (+530) – March 5



Saint Kieran of Saighir, Ireland (+530)

March 5





St. Kieran (Ciaran) of Saighir, or St. Kieran the Elder, is also called “the first-born of the Irish saints”. He was born in the fifth century in the Irish kingdom of Ossory and was related to the royal family. His father Luaigne was from Ossory, and his mother Liadan came from Cork. When Liadan was pregnant, she had a dream that a star fell from the sky and rested on her, which was understood as a sign that her infant would have a special role in the history of the Irish Church. Everybody saw brightness and holiness in little Kieran and he was loved by all. He was very kind, humble, inquisitive, loved animals, but first of all wanted to be closer to God. Various traditions connect him with different saints, which is not always chronologically correct, so the connection would have been spiritual, not physical.

Kieran may have been a disciple of St. Finian of Clonard under whom he may have studied. In his youth Kieran spent some time in continental Europe where he was ordained a priest. He probably studied in Gaul (at Tours) and Rome. On his return to Ireland, according to tradition, St. Patrick, the enlightener of the emerald isle, consecrated him the first Bishop of Ossory, where he preached the Gospels and has been venerated from time immemorial. Later the saint settled in the forests of the kingdom of Ossory where he lived in a tiny cell as a true anchorite in Saighir near the Slieve Bloom mountains. According to his biographer, St. Patrick gave him a bell saying that this bell would only ring on the spot where by the will of God Kieran would eventually found a great spiritual center—and this spot was Saighir.

By a spring, the ascetic built a cell of wattle and thin branches smeared with mud, and the roof was of grass and leaves. His diet consisted only of herbs and Continue reading “Saint Kieran of Saighir, Ireland (+530) – March 5”

Άγιος Ντεΐκολα (St Deicola) ο Ιρλανδός, όσιος ιδρυτής & ηγούμενος Μονης στη Lure Γαλλίας & Ισαπόστολος Γαλλίας (+625) – 18 Ιανουαρίου





Άγιος Ντεΐκολα (St Deicola / Deicolus),

όσιος ιδρυτής & ηγούμενος Μονης στη Lure Γαλλίας

& Ισαπόστολος Γαλλίας, από Ιρλανδία (+625)

Προστάτης των παιδιών & των ζώων

18 Ιανουαρίου

Ο Άγιος Ντεΐκολα (Deicola, Deicolus, Déicole, Dichuil, Deel, Deicuil, Delle, Desle, Dichul, Dicuil) είναι ένας Ορθόδοξος Άγιος της Δυτικής Ευρώπης. Γεννήθηκε στο Leinster της Ιρλανδίας το 530 και σπούδασε στο Bangor της Ιρλανδίας.

Ήταν ο μεγαλύτερος αδελφός του Αγίου Γάλλου (St Gall) του Ιρλανδού Ισαποστόλου της Ελβετίας και επιλέχτηκε να είναι ένας από τους δώδεκα ακολούθους του Αγίου Κολουμπάνου (St Columbanus) στο ιεραποστολικό ταξίδι του στη Γαλλία.

Ο Άγιος Ντεΐκολα (St Deicola) μετά από μια σύντομη διαμονή στη Μ. Βρετανία το 576 ταξίδεψε στην Γαλλία όπου εργάστηκε το έργο της Ιεραποστολής μαζί με τον Άγιο Κολουμπάνο (St Columbanus).

Όταν ο Άγιος Κολουμπάνος (St Columbanus) εκδιώχθηκε από τον Theuderic II, το 610, ο Άγιος Ντεΐκολα (St Deicola), 80 ετών, αποφασισε να ακολουθήσει τον Πνευματικό του Πατέρα, αλλά αναγκάστηκε, μετά από ένα σύντομο χρονικό διάστημα, να εγκαταλείψει το ταξίδι, και ίδρυσε ένα ερημητήριο σε μία κοντινή εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Μαρτίνο της Tours (St Martin) σε ένα μέρος που ονομάζεται Lure, στην Επισκοπή της Besançon της Γαλλίας.

Μέχρι την κοίμησή του, έγινε ο Απόστολος αυτής της περιοχής, όπου του δόθηκε μια εκκλησία και ένα κομμάτι εδάφους από την Berthelde, χήρα του Weifar, άρχοντα της Lure. Σύντομα μία Ιερά Μονή ανεγέρθηκε για πολλούς μαθητές του, παραδίδοντάς τους τον κανόνα του Αγίου Κολουμπάνου (St Columbanus).

O Άγιος Ντεΐκολα (St Deicolα) με τη Χάρη του Θεού επιτέλεσε πολυάριθμα θαύματα. Κρεμμούσε τον μανδύα του σε μια ηλιαχτίδα και εξημέρωνε τα άγρια θηρία.

Ο Βασιλιάς Clothaire ΙΙ της Βουργουνδίας, αναγνώρισε τις αρετές του Αγίου και βοήθησε πολύ στις ανάγκες της Μονής του.

Ο Άγιος Ντεΐκολα (St Deicola) προαισθάνθηκε ότι η κοίμησή του πλησιάζει. Έκανε ηγούμενο της Μονής του έναν από τους Μοναχούς του και ο ίδιος αποχώρησε σέ ένα μικρό παρεκκλήσι, όπου και κοιμήθηκε οσιακά στις 18 Ιανουαρίου το 625.

Είναι προστάτης των παιδιών και θεραπεύει ασθένειες της παιδικής ηλικίας και επίσης είναι προστάτης των ζώων.



Saint Desle (Deicola / Deicolus), d’Irlande et de France (+625) – 18 janvier ╰⊰¸¸.•¨* French





Saint Deicola / Deicolus




Saint Desle (Deicola / Deicolus),

d’Irlande et de France (+625)

18 janvier

La vie de saint Desle (Deicola / Deicolus) est connue par un écrit anonyme de la fin du ixe siècle, la Vita Deicola.

Né en Irlande à une date inconnue, il serait le frère de saint Gall. Il entra tout jeune à l’abbaye de Bangor et vécut attaché à la spiritualité de saint Colomban. Il suivit ce dernier au monastère de Luxeuil où il passa sa vie de 590 à 610.

Au début de l’année 610, à l’instigation du roi Thierry et de Brunehilde, les moines de Luxeuil durent s’exiler et prirent le chemin de Besançon. Sur la route, saint Desle, épuisé, dut laisser partir ses compagnons.

La “Vita Deicola” raconte qu’arrivé ainsi dans la forêt de Darney, il fit jaillir une source en frappant la terre de son bâton et rencontra ensuite un berger qui le conduisit vers une chapelle dédiée à saint Martin, près de laquelle il construisit une cabane.

Plus tard, ayant recouvré la santé, saint Desle partit fonder un nouveau monastère, près de Lure, encouragé par Clotaire II qui lui offrit un vaste domaine. Là, il reprit la règle de Luxeuil, en y apportant quelques adoucissements, se rapprochant de la règle de saint Benoît qui commençait à s’étendre en Occident. Saint Desle entreprit alors un voyage vers Rome afin d’aller faire approuver sa règle par le pape. Il mourut en 625.

Saint Desle est considéré comme un saint guérisseur des maladies des petits enfants, mais aussi comme un protecteur du bétail.



Ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης (+1994) και οι σκατζόχοιροι



Ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης (+1994) και οι σκατζόχοιροι

Ὁ Ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης (+1994) σηκώθηκε καί μᾶς ἔφερε καρπούζια γιά κέρασμα. Στό τέλος ἄρχισε νά μαζεύη τίς καρπουζόφλουδες. Πῆγα νά τόν βοηθήσω καί μοῦ λέει:

—Ἔλα μαζί.

Πήγαμε κοντά στό συρματόπλεγμα. Σ᾽ ἕνα βαθούλωμα ἦταν ἕνας σκατζόχοιρος μέ τά νεογέννητα μικρά του.

—Ἄς ἀφήσουμε ἐδῶ τίς καρπουζόφλουδες γιά νά φᾶνε. Κοίταξέ τα, σάν ποντικάκια εἶναι!

Ὁ Γέροντας δέν ἔχασε τήν εὐκαιρία νά τά παρομοιάση μέ τήν πνευματική ζωή. Γιά μία ἀκόμη φορά θαύμασα τήν εὐφυΐα του.

—Βλέπεις τά ἀγκάθια τους, εἶναι ἀκόμη ἀπαλά καί μπορεῖς νά τά χαϊδέψης, ἐνῶ τῆς μάνας τους εἶναι σκληρά καί θά σέ τρυπήσουν ἄμα τήν ἀγγίξης. Ἔτσι εἶναι καί τά πάθη τῶν ἀνθρώπων. Τῶν μικρῶν παιδιῶν τά πάθη εἶναι ἀπαλά καί χαϊδεύονται. Τῶν μεγάλων εἶναι σκληρά καί τρυποῦν!

San Deicolo di Irlanda e la Francia (+625) – 18 gennaio ╰⊰¸¸.•¨* Italian





San Deicolo




San Deicolo di Irlanda e la Francia (+625)

18 gennaio

San Deicolo, in francese Deisle o Desle, in gaelico Dichuil o Dichul (Leinster, 530 circa – Lure, 18 gennaio 625), fu un monaco irlandese, fondatore ed abate di abbazie in Francia.

Discepolo di Colombano di Bobbio, partì con lui nel 576 dall’Irlanda per la Gallia, dove fondarono la grande abbazia di Luxeuil nei Vosgi. Quando nel 610 San Colombano fu esiliato in Italia da Teodorico II, San Deicolo fondò l’abbazia di Lure, arricchita e dotata di ogni genere di beni ad essa necessari dal re merovingio Clotario II, che aveva riconosciuto la qualità spirituali di Deicolo.

A Lure il monaco irlandese trascorse il resto della sua vita sino alla morte, avvenuta verso l’anno 625.

Deicolo era noto per i numerosi miracoli compiuti in vita ed in morte, attribuitigli da una biografia risalente al X secolo, scritta da un monaco di Lure.


Wikipedia &


Orthodox Heart Sites

A Native American Prayer – We will fly on wings like eagles






A Native American Prayer

We will fly on wings like eagles


Dear God

I bow my head

and ask,

If it be Thy will,

please save this land

from those who seek

to destroy it.





So we are truly on a wing and prayer. What an incredible symbol. When I was in Alaska as part of Alaska Team 2001 sent by the Orthodox Christian Missionary Center (http://www.ocmc.org) I saw a bald eagle, everyday, and if I saw one, I ALWAYS saw three minimum.

I’ve always loved our national symbol and spending the time that I did in Alaska gave me such a feeling of peace and love for this land in which I was born and for it’s Native Peoples that I can’t even express. Seeing Eagles everyday gave me a feeling like I was sharing my experience with them.

I am aware that such atrocities were committed against the Indigenous Populations here in both North & South America (let’s not forget the Hawaiians and other Pacific Islanders as well), by Western Europeans in the name of God and of “Progress”. While Alaskans were not totally exempt from all that, it should be noted that the Orthodox Church in Alaska more often helped and protected the Alaskans (where & when they could).

Anyone who is interested can check out our website at: http://www.NAOCF.org for more information and through that site you can reach out to our Spiritual Adviser Fr. Thomas Andrew who is a Native Yupik Priest. Also, I’ll refer you to a PDF of our Journal (also available on our website) in particular an article written by Fr. Michael Oleksa, another Native Priest living and serving in Alaska. They are just two of the Native clergy serving Our Lord and their People in the North.


Ο Γέροντας Ευμένιος Λαμπάκης των Ρουστίκων της Κρήτης (+2005) και ο ποταμός που άνοιξε όπως η Ερυθρά Θάλασσα



Ο Γέροντας Ευμένιος Λαμπάκης

των Ρουστίκων της Κρήτης (+2005) και ο ποταμός

που άνοιξε όπως η Ερυθρά Θάλασσα

Μία χρονιά, παραμονές Χριστουγέννων, ἦταν ἡ σειρά τοῦ π. Εὐμενίου Λαμπάκη τῶν Ρουστίκων (+2005) νά πάη στό Μετόχι καί μέ ἱερή ἀνάμνησι διηγήθηκε κάποτε στόν π. Σπυρίδωνα:

Ἐκεῖνη τήν χρονιά, παιδί μου, εἴχαμε πολύ βαρυχειμωνιά καί πολλά χιόνια στό Μοναστήρι. Τό κρύο ἦταν τότε τσουχτερό, ὄχι ὅπως εἶναι τώρα. Ἦταν ἄγριοι οἱ χειμῶνες ἐκεῖνα τά χρόνια. Ἑτοιμάσθηκα, λοιπόν, τήν προπαραμονή νά πάω νά λειτουργήσω στό Μετόχι, στήν Παναγία. Θά κάναμε νωρίς τόν Ἐσπερινό μέ τούς πατέρες καί μετά θά ἔπαιρνα τήν φοράδα τῆς Μονῆς καί θά ἔφθανα τήν ἄλλη μέρα στό χωριό. Ἦταν μακρύς ὁ δρόμος, ἄγριος καί δύσβατος. Περνοῦσες μέσα ἀπό φαράγγια καί κακοτοπίες. Ἀπό νωρίς εἶχε ἕνα ἄγριο ξεροβόρι. Ἄρχισε νά φυσάη πολύ, νά ψιλοχιονίζη καί νά κάνη πάρα πολύ κρύο. Πῆγα, λοιπόν, ἀπό νωρίς καί ἀχυροτάϊσα τήν φοράδα. Μέ θωρεῖ ὁ Ἡγούμενος, ὁ π. Βασίλειος, ἕνας Ἅγιος Γέροντας, καί μοῦ λέει:

—Εὐμένιε, ποῦ θά πᾶς;

—Θά πάω, Γέροντα, μέ τήν εὐχή σας νά λειτουργήσω αὔριο στήν Παναγία.

—Τί λές, Εὐμένιε, δέν φοβᾶσαι τό Θεό; Δέν βλέπεις τί γίνεται ἐδῶ πέρα, χαλάει ὁ κόσμος ἀπ᾽ τό κρύο, τόν ἀέρα, τή βροχή, τό χιόνι, πῶς θά πᾶς;

Ἐκεῖνα τά χρόνια, παιδί μου, δέν εἴχαμε οὔτε ὀμπρέλες οὔτε ἀδιάβροχα καί ἦταν δύσκολες οἱ μετακινήσεις, ἀλλά τοῦ λέω:

—Γέροντα, μέ τήν εὐχή σας θά πάω.

—Πῶς θά πᾶς; Σέ μία ὥρα θά σκοτεινιάση καί δέν θά βλέπης!

—Γέροντα, μέ τήν εὐχή σας, τοῦ λέω, θά πάρω τόν λύχνο τῆς Μονῆς καί θά πάω.

Καί τόν βλέπει, λέει, ὁ Ἡγούμενος νά παίρνη τόν λύχνο, ὁ ὁποῖος εἶχε τέσσερα φυτίλια, γιά νά φωτίζη περισσότερο, καί ἀφοῦ πρῶτα ἔβαλε λίγο λάδι ἀπ᾽ τό καντήλι τοῦ Προφήτη Ἠλία τό ἀπογέμισε μέ λάδι ἀπ᾽ τό μπουκάλι. Ἔβαλε τρεῖς ἐδαφιαῖες μετάνοιες στήν εἰκόνα τοῦ Προφήτη Ἠλία καί ἄναψε τό λύχνο ἀπ᾽ τό καντήλι του.

—Βγῆκα, λοιπόν, παιδί μου ἔξω καί φύσαγε τόσο ὁ ἀέρας, πού ἦταν ἕτοιμος νά πάρη τήν φοράδα καί ἐμένα. Ὁ λύχνος, ὅμως, παιδί μου, δέν ἔσβηνε. Εἶναι, παιδί μου, δυνατόν; Κι ὅμως εἶναι δυνατόν, ὁ λύχνος δέν ἔσβηνε καί μοῦ ἔφεγγε ὅλη τή νύκτα. Ὅταν ἔφτασα σ᾽ ἕνα σημεῖο πού λέγεται κακός πόρος, ἔπρεπε νά περάσω ἕνα ρυάκι πού τό καλοκαίρι γίνεται ξεροπόταμο, ἀλλά τόν χειμῶνα κατέβαζε πολύ νερό, ὅταν ἔβρεχε, καί δέν ὑπάρχει ἄλλος δρόμος γιά νά περάσης. Φθάνοντας, λοιπόν, ἐκεῖ κοντά στό ρυάκι θωρῶ τήν φοράδα καί βάζει ἀντισκάρι τά δύο της μπροστινά πόδια καί δέν ἤθελε νά πάη οὔτε μπρός οὔτε πίσω. Κάτι εἶχε τρομάξει τήν φοράδα καί δέν κουνιόταν. Κάνω, ἔτσι, τόν λύχνο πιό ψηλά καί τί νά δῶ. Τό ποτάμι νά ἔχη φουσκώσει, νά κατεβάζη ξύλα, κλάδια, πέτρες. Ἐνῶ ἐγώ ἤξερα ὅτι ἦταν ρυάκι, τώρα τό νερό περνοῦσε πάνω ἀπό μία ξύλινη γέφυρα, ἀπ᾽ τήν ὁποία περνοῦσαν μόνο πεζοί. Ἐμεῖς ἔπρεπε νά περάσουμε μέσα ἀπ᾽ τό ποτάμι, διότι ἡ γέφυρα δέν ἄντεχε τό ἄλογο, ἀλλά τό ζῶο φοβήθηκε μέ αὐτό τό ὁποῖο εἶδε. Κατάλαβε ὅτι κινδύνευε. Ξεπέζευσα, λοιπόν, καί σιργούλευα τό ζῶο καί τοῦ ᾽λεγα:

—Μήν φοβᾶσαι, μήν φοβᾶσαι δέν θά μᾶς ἀφήση ἡ Παναγία. Θά περάσουμε.

Καί βλέπω τό ζῶο νά σηκώνη τά αὐτιά του ψηλά καί πέφτω, παιδί μου, καταγῆς, ἐνῶ ἔβρεχε καί χιόνιζε καί λέω:

—Παναγία μου, βοήθησέ με, στά χέρια σου εἴμαι, νά μήν μείνης ἀλειτούργητη. Βοήθησέ με νά περάσω μέ τό ζῶο ἀπέναντι.

Καί σταυρώνω, παιδί μου, τό ποτάμι καί τί ἔγινε; Σταμάτησε τό νερό νά τρέχη καί ἄνοιξε ὁ ποταμός σάν τήν Ἐρυθρά Θάλασσα. Περάσαμε ἀπέναντι καί αἰσθανόμουν τῆς φοράδας τά πέταλα νά κτυπάνε πάνω σέ ξερές πέτρες. Κι ὅταν φθάσαμε στήν ἄλλη ἄκρη τοῦ ποταμιοῦ ἀκούω ἕνα μεγάλο θόρυβο καί ἕνα μεγάλο κύμμα καί ξαναγύρισε τό ποτάμι καί ἀκολούθησε τήν πορεία του.

Τό θαυμαστό αὐτό γεγονός τό εἶχε ἐκμηστηρευθῆ ὁ π. Εὐμένιος μόνο στόν π. Σπυρίδωνα, μέ ἐντολή νά μήν τό πῆ σέ κανένα ὅσο ἐκεῖνος ζοῦσε. Ὀ π. Σπυρίδων, ὅμως, τό εἶπε κάπου καί διαδόθηκε παντοῦ. Γιά τήν ἀνυπακοή του αὐτή τόν ἐπετίμησε μέ κανόνα ὁ Γέροντας.




Father Cleopa Ilie of Romania (+1998) & the birds in the Divine Liturgy








Father Cleopa Ilie of Romania is a Saint of our days who died in December 2, 1998.

In May of 1948, on the feast of Ss. Constantine and Helen, Father Cleopa delivered a homily in which he said, “May God grant that our own rulers might become as the Holy King and Queen were, that the Church might be able to also commemorate them unto the ages.” The next day the state police took him to prison, leaving him in a bedless cell without bread or water for five days. After being released Father Cleopa, upon good counsel, fled to the mountains of Sihastria, where he lived in a in a hut mostly underground. There the elder prayed night and day seeking the help of God and the Theotokos.

During this time the elder was visited by the grace of God in the following way. Fr. Cleopa told his disciples that when he was building his hut, birds would come and sit on his head. The first time he served Liturgy on a stump in front of his hut, as he was communing the Holy Mysteries, a flock of birds came and gathered, such as he had never seen before. As he gazed upon them in astonishment, he noticed that each one had the sign of the Cross marked on it forehead.

Another time, after the preparation for Liturgy and having read all the prayers, he set the Antimension on the tree stump and began the Liturgy with the exclamation, “Blessed is the Kingdom of the Father and the Son and the Holy Spirit, now and ever and unto the ages of ages!” Again the birds appeared, and as they perched in the branch of the tree they began to sing in beautiful and harmonic voices. Fr. Cleopa asked himself, “What could this be?” And an unseen voice whispered to him, “These are your chanters on the cliros.” These signs and others encouraged the Elder immensely during his time of exile.

Another time, he was serving the Divine Liturgy when he was living as a recluse and he had no choir. As he approached the time for the Cherubic Hymn, he heard a voice behind him tell him that he has his choir. Elder Cleopa looked around and birds with crosses on their heads descended and started singing the Cherubic Hymn, and then vanished when the Liturgy was over.